Ο εκτυπωτής που έγινε πειρατής και η καταστολή του peer-to-peer

Η καταστολή των πρακτικών ανταλλαγής περιεχομένου σε βάση ισοτιμίας (peer-to-peer) εξελίσσεται σε δύο φάσεις Η πρώτη φάση είναι η ανίχνευση των υποτιθέμενων παραβιάσεων της πνευματικής ιδιοκτησίας εκ μέρους χρηστών δικτύων peer-to-peer. Η δεύτερη φάση είναι η “τιμωρία” των τελευταίων ούτως ώστε να προστατευθούν τα συμφέροντα της πολιτισμικής βιομηχανίας.

Η “τιμωρία” μπορεί να πάρει δύο μορφές: ένα γενικό έλεγχο εκ των προτέρων και έναν ειδικό εκ των υστέρων. Και στις δύο εμπλέκονται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο οι πάροχοι σύνδεσης ή ISPs.

Στην πρώτη περίπτωση (traffic shaping ή data discrimination) ο πάροχος επιβάλει φιλτράρισμα του traffic που περνάει από το δίκτυο του με σκοπό την ιεράρχηση του. Η εφαρμογή του μέτρου έχει ως σκοπό να δώσει προτεραιότητα στην διακίνηση συγκεκριμένων πακέτων πληροφοριών, π.χ, επικερδών υπηρεσιών όπως το triple play ή το video on demand, εις βάρος άλλων εφαρμογών που βασίζονται σε πρωτόκολλα peer-to-peer και που θεωρούνται ζημιογόνες από τους πάροχους. Στην ελληνική αγορά έχουν ήδη αναφερθεί και επαληθευθεί τέτοια κρούσματα.

Η επιτυχής ιεράρχηση του traffic προϋποθέτει την ύπαρξη αποτελεσματικών και αξιόπιστων μεθόδων ανίχνευσης του peer-to-peer. Όμως, όπως έχουν δείξει τα σχετικά τεχνικά τεστ στα οποία έχω αναφερθεί παλαιότερα, προς το παρόν οι μέθοδοι αυτές βρίσκονται σε εμβρυακό στάδιο και έχουν μειωμένη αποτελεσματικότητα από τεχνική σκοπιά.

Στην δεύτερη περίπτωση, οι κάτοχοι πνευματικών δικαιωμάτων στρέφονται ευθέως εναντίον των χρηστών που οι ίδιοι θεωρούν ότι έχουν παραβιάσει την πνευματική τους ιδιοκτησία είτε μέσω δικαστικής οδού με μηνύσεις και αγωγές είτε μέσω του πάροχου σύνδεσης που επισείει την διακοπή σύνδεσης ως τιμωρία.

Και σε αυτή την περίπτωση η επιτυχία της καταστολής εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα των μεθόδων που συνδέουν μια υποτιθέμενη παραβίαση με μια διεύθυνση IP, η οποία με τη σειρά της οδηγεί στην ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ως φερόμενου “πειρατή”. Ποια είναι όμως η αξιοπιστία τέτοιων τεχνικών μέτρων πάνω στα οποία βασίζεται η καταστολή της ανταλλαγής περιεχομένου;
Μια πρόσφατη έρευνα από δύο καθηγητές του πανεπιστημίου της Washington δίνει μια ανησυχητική για όλους τους χρήστες του διαδικτύου απάντηση. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της, σε αντίθεση με ότι διατείνονται οι εκπρόσωποι της πολιτιστικής βιομηχανίας, οι μέθοδοι εντοπισμού των διευθύνσεων IP που υποτίθεται ότι προέβησαν σε παράνομη ανταλλαγή περιεχομένου κάθε άλλο παρά είναι αποτελεσματικές και αξιόπιστες.

Οι ερευνητές Michael Piatek, Tadayoshi Kohno και Arvind Krishnamurthy έδειξαν ότι λόγω αυτής της αναξιοπιστίας οποιοσδήποτε χρήστης του διαδικτύου μπορεί να κατηγορηθεί άδικα για πειρατεία ή, εάν είναι κακόβουλος, να κατηγορήσει κάποιον άλλον στη θέση του. Μέσω τεχνικών τεστ που έκαναν κατάφεραν να δεχτούν εκατοντάδες προειδοποιήσεις για πειρατεία (DMCA takedown notice) που αφορούσαν δεκατρείς συνδεδεμένες μηχανές του πανεπιστημίου, οι οποίες βέβαια δεν είχαν καν εγκατεστημένα προγράμματα ανταλλαγής περιεχομένου, εκ των οποίων τρεις εκτυπωτές και ένα ρούτερ!

Το τεστ που διεξάχθηκε τον περασμένο Μάιο αφορούσε κυρίως το πρωτόκολλο BitTorrent αλλά σύμφωνα με τους ερευνητές όλα τα πρωτόκολλα peer-to-peer παρουσιάζουν παρεμφερή αποτελέσματα.

Τα συμπεράσματα της έρευνας, που μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρη εδώ, είναι ότι: “potentially any Internet user is at risk for receiving DMCA takedown notices today...Through extensive measurement of tens of thousands of BitTorrent swarms and analysis of hundreds of DMCA complaints, we have shown that a malicious user can implicate arbitrary network endpoints in copyright infringement, and additional false positives may arise due to buggy software or timing effects”.