Αυθαιρεσία και τυπολατρεία ενάντια στη δημοσιογραφία: οι περιπτώσεις Κούλογλου και Βαξεβάνη
Είναι γεγονός ότι η ερευνητική δημοσιογραφία, που αποτελεί σύμβολο για τη μυθολογία του επαγγέλματος, δεν ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην ελληνική τηλεόραση. Οι εξηγήσεις είναι πολλές και έχουν να κάνουν κυρίως με τη γενικότερη διάρθρωση των ΜΜΕ στην χώρα. Μια από τις βασικές αιτίες είναι ότι ο τομέας της μαζικής επικοινωνίας, παρά την κοινωνική σημασία του, λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά με την αναζήτηση του άμεσου κέρδους ως μοναδικού και αποκλειστικού σκοπού.
Σε ότι αφορά την τηλεόραση, αυτό το χαρακτηριστικό μεταφράζεται σε μια φρενήρη επιδίωξη της τηλεθέασης η οποία τείνει να αποκλείσει από τα κανάλια κάθε προσπάθεια σοβαρής και εμπεριστατωμένης δημοσιογραφικής έρευνας, προς όφελος της σκανδαλολογίας και του λαϊκισμού.
Δύο εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα είναι οι δημοσιογράφοι Τάσος Κούλογλου (με τις εκπομπές του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα και η Θεματική Βραδιά) στην κρατική τηλεόραση και Κώστας Βαξεβάνης με το Κουτί της Πανδώρας που προβάλλεται στον Alpha.
Από σύμπτωση οι δύο αυτοί δημοσιογράφοι δημοσίευσαν σχεδόν ταυτόχρονα επιστολές που φανερώνουν τις δυσκολίες της άσκησης πραγματικού ρεπορτάζ στην τηλεόραση, ακόμη και στην περίπτωση δύο επιτυχημένων επαγγελματιών σύμφωνα με το κριτήριο της τηλεθέασης.
Οι επιστολές, αν και αφορούν διαφορετικά θέματα, φανερώνουν την αδυναμία του ελληνικού κράτους να θωρακίσει την προσταγή του Συντάγματος ότι σκοπός της ραδιοτηλεοπτικής δραστηριότητας είναι πρωτίστως η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Κάτι που κατά τη γνώμη μου, αλλά και πολλών άλλων, επιτελούν με τον τρόπο τους οι εν λόγω δημοσιογράφοι.
Η περίπτωση του Κούλογλου είναι η πιο προφανής. Όπως συμπεραίνει κανείς αν διαβάσει το σχετικό μέηλ που έστειλε στην διεύθυνση της ΕΡΤ αλλά και την απάντηση της τελευταίας, πρόκειται για μια ετσιθελική και αστήριχτη απόφαση για τερματισμό των εκπομπών του δημοσιογράφου στη δημόσια τηλεόραση.
Χωρίς καμία επιχειρηματολογία και με μόνο κριτήριο την αυθαίρετη διαπίστωση ότι «έχει κλείσει ο κύκλος των συγκεκριμένων εκπομπών », η διεύθυνση της ΕΡΤ αποφασίζει και διατάσσει. Σαν να πρόκειται για ιδιωτική της περιουσίας. Χωρίς το κράτος να προσφέρει καμία θεσμική δυνατότητα στους άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή όλους εμάς, να εκφράσουν την γνώμη τους. Και βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, αλλά και αυτοί που τους τοποθέτησαν εκεί, συμπεριφέρονται έτσι.
Η περίπτωση του Βαξεβάνη είναι πιο περίπλοκη. Αφορά μια ανεξάρτητη Αρχή, το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, της οποίας αρμοδιότητα είναι « η εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας »[1].
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, ο ζήλος που επέδειξε το ΕΡΣ στο να καλέσει σε απολογία το κανάλι, μετά από αίτημα ενός προσώπου που εμπλεκόταν σε ρεπορτάζ της εκπομπής Κουτί της Πανδώρας, τελικά αποβαίνει αντίθετος προς τη προβλεπόμενη από το Σύνταγμα αποστολή του.
Όταν η δημόσια διαπόμπευση στην ελληνική τηλεόραση είναι καθημερινό φαινόμενο και η στάθμη των προγραμμάτων ομολογουμένως πολύ χαμηλή, ποινές που επιβάλλονται ελαφρά την καρδία σε δημοσιογράφους όπως ο Βαξεβάνης τείνουν, όπως γράφει και ο ίδιος, να κρατήσουν σε ομηρία την ερευνητική δημοσιογραφία.
Αν στην οικονομική λογοκρισία της AGB και στον έλεγχο των καναλαρχών προστεθεί η αυθαιρεσία της ΕΡΤ και ο φόβος του ΕΡΣ τι απομένει στην πολύπαθη «μαχόμενη » δημοσιογραφία στην τηλεόραση;