Τι σχεδιάζει η Κίνα όταν σχεδιάζει την τεχνητή νοημοσύνη

Τι σχεδιάζει η Κίνα όταν σχεδιάζει την τεχνητή νοημοσύνη

Τον περασμένο Φεβρουάριο, σε ένα τεχνολογικό πάρκο χτισμένο πάνω σε παλιές αγροτικές εκτάσεις στα περίχωρα του Πεκίνου, ο Xi Jinping παρακολούθησε δύο ρομποτικά χέρια να περνούν αργά μια κλωστή από το μάτι μιας βελόνας. Τη σκηνή περιγράφει η Vivian Wang, ανταποκρίτρια των New York Times, σε ρεπορτάζ της 24ης Σεπτεμβρίου για τον τρόπο με τον οποίο ο Κινέζος ηγέτης επιδιώκει να κερδίσει το μέλλον μέσω της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ).

Αυτό που έβλεπε, δήλωσε μπροστά σε ένα κοινό επιχειρηματιών και ερευνητών, θα βοηθούσε την Κίνα να κατακτήσει το μέλλον, ενώ η δύναμη της χώρας, πρόσθεσε, βρίσκεται στην ικανότητά της να επιλέγει μια κατευθυντήρια γραμμή και να επιμένει σε αυτήν. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την πολιτική δημόσιου προγραμματισμού και κεντρικού σχεδιασμού που χαρακτηρίζει τον κινεζικό «υπαρκτό σοσιαλισμό», εφαρμοσμένη στον πιο καινοτόμο τεχνολογικό τομέα.

Η σκηνή προσφέρεται για την ανάγνωση που κάνει συνήθως ο δυτικός Τύπος: μια ακόμη εκδοχή «τεχνολογίας επιτήρησης» στην υπηρεσία μιας αυταρχικής εξουσίας. Η υπεραπλούστευση αυτή αφήνει όμως έξω ορισμένα καίρια ερωτήματα. Πώς μια χώρα με πολύ μικρότερα ιδιωτικά κεφάλαια από τη Silicon Valley κατάφερε να γίνει το αντίπαλο δέος των ΗΠΑ; Γιατί εγκαθιστά την τεχνολογία τόσο πλατιά στα εργοστάσια, στα σχολεία και στα νοσοκομεία της; Και τι ακριβώς σχεδιάζει κανείς όταν ισχυρίζεται ότι σχεδιάζει μια τεχνολογία της οποίας την τροχιά είναι σχεδόν αδύνατο να προβλέψει;

Στην πραγματικότητα, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η Κίνα εφαρμόζει ένα διακριτό υπόδειγμα στην ΤΝ, το οποίο στρέφει την τεχνολογία προς χρήσεις κοινωνικά πιο ουσιαστικές και χρήσιμες από εκείνες που υπαγορεύει η απορρυθμισμένη αμερικανική αγορά.

Η απόφαση του 2014

Η Wang ανάγει την αφετηρία αυτής της πορείας στον Ιούνιο του 2014, όταν ο Xi απευθύνθηκε για πρώτη φορά, ως αρχηγός του κράτους, στις κινεζικές Ακαδημίες Μηχανικής και Επιστημών, όπου οι συμμετέχοντες είχαν καταθέσει εκ των προτέρων τις εκθέσεις τους και εκείνος είχε σταθεί σε μία.

Η έκθεση προέβλεπε ότι ρομπότ ικανά να μαθαίνουν από το περιβάλλον τους θα μεταμόρφωναν σύντομα την παγκόσμια οικονομία, και ότι η Κίνα θα γινόταν ο σημαντικότερος αγοραστής τους για να εκσυγχρονίσει τη βιομηχανία της. Ο Κινέζος ηγέτης απαίτησε όμως η χώρα να γίνει και ο μεγαλύτερος κατασκευαστής τους. Το εθνικό πρόγραμμα που δημοσιεύτηκε τρία χρόνια αργότερα έθεσε διαδοχικά, χρονολογημένα ορόσημα, με τελικό στόχο η χώρα να καταστεί παγκόσμιο κέντρο καινοτομίας στην ΤΝ έως το 2030, χωρίς να αναφέρει πουθενά τον όρο «γενική τεχνητή νοημοσύνη».

Η γενική τεχνητή νοημοσύνη (AGI, Artificial General Intelligence) είναι μια υποθετική μορφή ΤΝ με αυτόνομη διανόηση ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου, ικανή να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα αντί να είναι σχεδιασμένη για συγκεκριμένες εργασίες. Αποτελεί την απώτατη φαντασίωση της Silicon Valley και τον δεδηλωμένο στόχο των αμερικανικών frontier labs, όπως η OpenAI και η Anthropic. Στην περίπτωση της Κίνας τη θέση της παίρνει μια αντίληψη της τεχνολογίας ως συντελεστή παραγωγής, που πρέπει να διαχυθεί στην πραγματική οικονομία με στόχο να βελτιώσει την πραγματική ζωή. Η διαφορά είναι πολιτικής τάξης, και διατρέχει όλα όσα ακολουθούν.

Από την έρευνα στον μακροοικονομικό σχεδιασμό

Η ερευνήτρια Weiyi Zhang επισημαίνει μια αποκαλυπτική μετατόπιση σε πολιτικό επίπεδο, που αφορά την εκτέλεση του 15ου Πενταετούς Προγράμματος: η ΤΝ, που μέχρι τότε υπαγόταν στο υπουργείο Επιστήμης και Τεχνολογίας, πέρασε στην αρμοδιότητα της Εθνικής Επιτροπής Ανάπτυξης και Μεταρρύθμισης (NDRC), του οργάνου που ρυθμίζει τον μακροοικονομικό σχεδιασμό. Έπαψε έτσι να αντιμετωπίζεται ως μια πολλά υποσχόμενη τεχνολογία σε στάδιο έρευνας και άρχισε να αντιμετωπίζεται ως υποδομή σε φάση ανάπτυξης.

Οι Hao Chen και Meg Rithmire, από το Harvard, περιγράφουν με τη σειρά τους το χρηματοδοτικό εργαλείο αυτού που ονομάζουν «κράτος-επενδυτή»: τα κρατικά ταμεία καθοδήγησης (zhengfu yindao jijin), τα οποία ξεπερνούσαν τα δύο χιλιάδες στα τέλη του 2024, με σωρευτικό στόχο χρηματοδότησης περίπου 1,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα χαρακτηριστικόμπαράδειγμα για το πως γίνονται αυτές οι επενδύσεις είναι η πόλη Liuzhou, η οποία επένδυσε στην εταιρεία κατασκευής ανθρωποειδών ρομπότ UBTECH με τον όρο ότι θα εγκαθιστούσε εκεί μέρος της παραγωγής της. Της παραχώρησε επίσης το οικόπεδο ενός εργοστασίου από το οποίο έβγαινε, τον περασμένο Δεκέμβριο, η χιλιοστή μονάδα του ρομπότ Walker S2, που ενσωματώνεται στην αλυσίδα παραγωγής της αυτοκινητοβιομηχανίας BYD.

Αυτό που επιδιώκει έτσι η τοπική κυβέρνηση δεν είναι μόνο η απόδοση του επενδυμένου κεφαλαίου με τη στενή χρηματοοικονομική έννοια, αλλά θέσεις εργασίας, φορολογικά έσοδα και ενίσχυση της τοπικής βιομηχανίας, δηλαδή ένα κριτήριο αναπτυξιακό που δεν αφορά τα αμερικανικά venture capitals.

Κοινωνικοί στόχοι αντί για αγοραίους

Την ίδια λογική συναντάμε στις προτεραιότητες του προγράμματος για την περίοδο 2026-2030, όπου οι στόχοι προσδιορίζονται με κοινωνικά και όχι αμιγώς οικονομικά κριτήρια, αντίθετα με τους αντίστοιχους οδικούς χάρτες των ΗΠΑ. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι ότι ο κινεζικός πληθυσμός γερνά και συρρικνώνεται, κάτι που θεμελιώνει, μεταξύ άλλων, τη ρομποτική υποκατάσταση ενός μέρους της εργασίας. Αναφέρονται όμως και αυστηρά κριτήρια, όπως η επικινδυνότητα, για να μετριαστεί η αδιάκριτη μείωση «ανθρώπινων» θέσεων εργασίας. Σε ό,τι αφορά την ΤΝ στον τομέα της υγείας, οι στόχοι βασίζονται ρητά στην αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αναφέρεται, για παράδειγμα, η εξίσωση των υπηρεσιών υγείας ανάμεσα στους κατοίκους της φτωχής υπαίθρου και εκείνους των αστικών κέντρων, αφού οι πρώτοι υποτίθεται ότι θα μπορούν να συμβουλεύονται «ψηφιακά αντίγραφα» κορυφαίων γιατρών των πόλεων. Οι τοπικές αρχές έχουν εντολή να εγκαταστήσουν τέτοια εργαλεία σε νοσοκομεία, σχολεία και συστήματα κυκλοφορίας, ενώ κάποιες χρήσεις, που αφορούν για παράδειγμα τα παιδιά, απαγορεύονται ρητά.

Σε ό,τι αφορά την επιρροή του κράτους πάνω στη στρατηγική των επιχειρήσεων ΤΝ, αυτή δεν περνά μέσα από έναν μηχανισμό κάθετης διοίκησης, όπως τεκμηριώνουν οι νομικοί Pangyue Cheng και Ernest Lim. Στους δεκαπέντε «εθνικούς πρωταθλητές» που έχει ορίσει το κράτος, η μέση δημόσια συμμετοχή μόλις ξεπερνά το 6% (στοιχεία 2024), και η επιρροή ασκείται κυρίως μέσω θέσεων που κατέχουν δημόσιοι λειτουργοί στα διοικητικά συμβούλια και μέσω οικονομικών κινήτρων, όχι μέσω της ιδιοκτησίας.

Ο περιορισμός των ημιαγωγών και τα ανοιχτά μοντέλα

Οι δυσκολίες, ωστόσο, είναι σοβαρές: στερημένη από τους πιο προηγμένους ημιαγωγούς εξαιτίας των αμερικανικών ελέγχων, η Κίνα δεν διαθέτει την υπολογιστική ισχύ που απαιτούν τα μοντέλα αιχμής. Ο υλικός αυτός περιορισμός γέννησε όμως μια ενδιαφέρουσα απάντηση. Μη μπορώντας να ανταγωνιστούν στην υπολογιστική ισχύ, οι κινεζικές εταιρείες στοιχημάτισαν σε open weight μοντέλα, των οποίων οι παράμετροι κυκλοφορούν ελεύθερα, τη στιγμή που τα μεγάλα αμερικανικά εργαστήρια κλειδώνουν τα δικά τους.

Η επιλογή αυτή τους επιτρέπει να πλησιάζουν τις επιδόσεις των καλύτερων αμερικανικών μοντέλων, όπως το ChatGPT και το Claude, με πολύ χαμηλότερο κόστος χρήσης. Ο Xi στήριξε τη στρατηγική εταιρειών όπως η DeepSeek, που κερδίζει πλέον χρήστες σε όλο τον κόσμο, και τα κινεζικά συστήματα είναι σήμερα περισσότερα από τα αμερικανικά στην κατάταξη των πιο χρησιμοποιούμενων μοντέλων που τηρεί η πλατφόρμα OpenRouter.

Στη ρομποτική, αντίστοιχα, οι Κινέζοι ερευνητές επενδύουν στην εκπαίδευση των μηχανών μέσα από τις αλληλεπιδράσεις τους με τον φυσικό κόσμο. Ο περιορισμός λειτούργησε έτσι ως πυξίδα, σπρώχνοντας την έρευνα εκεί όπου η υπολογιστική ισχύς μετράει λιγότερο.

Οι τριβές του σχεδιασμού

Ένα σημαντικό πρόβλημα του κεντρικού γραφειοκρατικού σχεδιασμού είναι ο εσωτερικός ανταγωνισμός για την ικανοποίηση των κυβερνητικών εντολών, που δεν εξαντλείται στον τομέα της ΤΝ. Όταν το κέντρο ορίζει έναν τομέα προτεραιότητας, επαρχίες και δήμοι ορμούν όλοι μαζί και χρηματοδοτούν εκατοντάδες επιχειρήσεις, που οι περισσότερες δεν θα φτάσουν ποτέ σε κρίσιμο μέγεθος.

Ύστερα αρνούνται να τις αφήσουν να κλείσουν, καθώς η τοπική απασχόληση και η εθνική ασφάλεια βαραίνουν περισσότερο από την πειθαρχία της αγοράς. Η παραγωγή συνεχίζεται έτσι πολύ πέρα από όσα απορροφά η εσωτερική αγορά, οι τιμές καταρρέουν, και το πλεόνασμα φεύγει στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας να μιλούν για «υπερπαραγωγική ικανότητα».

Η χρηματοδότηση ολόκληρου αυτού του οικοδομήματος αξίζει επίσης να σχολιαστεί. Σε μια κοινωνία που γηράσκει και που είδε την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων από το 2021 και μετά, τα κινεζικά νοικοκυριά αποταμιεύουν το ισοδύναμο του 25 έως 35% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.

Οι αποταμιεύσεις αυτές παραμένουν αδρανείς σε λογαριασμούς δημόσιων τραπεζών με χαμηλά επιτόκια, αφού οι χρηματιστηριακές αγορές προσφέρουν ελάχιστη πραγματική απόδοση, ενώ οι έλεγχοι κεφαλαίων τις εμποδίζουν να αναζητήσουν καλύτερες αποδόσεις αλλού, και το κράτος διαθέτει έτσι μια δεξαμενή φθηνού κεφαλαίου, που κατευθύνει προς τις βιομηχανικές του προτεραιότητες χωρίς τη δημόσια συζήτηση που θα έπρεπε να νομιμοποιεί αυτή την επιλογή. Οι οικονομολόγοι αποκαλούν το φαινόμενο «χρηματοπιστωτική καταστολή»: μια εισφορά που δεν κατονομάζεται ως τέτοια, την οποία καταβάλλουν οι αποταμιευτές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα αφορά, πάντως, την εργασία, καθώς η αυτοματοποίηση ξεκίνησε για να αντισταθμίσει ένα εργατικό δυναμικό που γερνάει και συρρικνώνεται, αλλά τελικά απομάκρυνε τους εργαζόμενους ταχύτερα από ό,τι τους αποσύρει η δημογραφική εξέλιξη. Η ανεργία στις πόλεις παραμένει σε επίπεδα 5 έως 6%, ενώ των νέων κυμαίνεται μεταξύ 13 και 20% και πλήττει κυρίως τους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα νοικοκυριά ωθούνται έτσι να αποταμιεύουν ακόμη περισσότερο και να καταναλώνουν λιγότερο, τροφοδοτώντας ακριβώς την ανισορροπία που ο σχεδιασμός υποτίθεται ότι διορθώνει.

Κατακλείδα

Ο όγκος του δημόσιου χρήματος, πάντως, δεν αρκεί για να διαχωρίσει το κινεζικό από το αμερικανικό υπόδειγμα. Η Mariana Mazzucato έχει δείξει ότι και η αμερικανική τεχνολογική ισχύς στηρίζεται σε τεράστιες δημόσιες επενδύσεις, τις οποίες η επιχειρηματική αφήγηση έχει σε μεγάλο βαθμό αποσιωπήσει.

Αυτό που χωρίζει τις δύο προσεγγίσεις είναι η απάντηση που δίνουν στο ερώτημα σε τι χρησιμεύει η τεχνητή νοημοσύνη, και στις ΗΠΑ η απάντηση αυτή προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από τις κεφαλαιαγορές.

Στο Πεκίνο η απάντηση εξαρτάται από την επίτευξη κοινωνικών στόχων: βελτίωση των υπηρεσιών υγείας, αύξηση του επιπέδου σχολικής μόρφωσης, φροντίδα ηλικιωμένων, μείωση της επικίνδυνης εργασίας. Άσχετα με το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, πρόκειται σαφώς για πολιτική προσέγγιση της τεχνολογίας και μπορεί να συζητηθεί ως τέτοια. Μια χρηματιστηριακή τιμή, αντίθετα, δεν συζητείται.

Σε αυτό ακριβώς —και όχι στα αποτελέσματά της, που παραμένουν αβέβαια— αξίζει να εξεταστεί η κινεζική εμπειρία. Αναδεικνύει ότι μια δημόσια στρατηγική σχεδιασμού της ανάπτυξης μιας τεχνολογίας παραμένει εφικτή στην κλίμακα μιας μεγάλης οικονομίας, την ώρα που οι δυτικές κυβερνήσεις επαναλαμβάνουν ακατάπαυστα ότι η μόνη δόκιμη επιλογή για να ενθαρρύνεται η καινοτομία είναι το να «μην εμποδίζεται η ιδιωτική πρωτοβουλία».

Πηγές

Chen, Hao και Rithmire, Meg, «China's Diffusion-Forward AI Strategy: The "AI Race" in Political Economic Context», Asian Economic Policy Review, 22 (1), 2026.

Cheng, Pangyue και Lim, Ernest, «Unpacking the State-Private Nexus in China's AI Development Path», ECGI Law Working Paper αρ. 873, 2025.

Mazzucato, Mariana, The Entrepreneurial State: Debunking Public vs. Private Sector Myths, Anthem Press, 2013.

Wang, Vivian, «How China's Leader Plans to Win the Future With A.I.», The New York Times, 24 Σεπτεμβρίου 2026.

Zhang, Weiyi, «Planning the Intelligent Economy: Reading the Politics of AI Governance in China's "15th Five-Year Plan"», 25 Μαΐου 2026.

Zhang, Xiaobo, «Comment on "China's Diffusion-Forward AI Strategy"», Asian Economic Policy Review, 2026.